|
|
|
Στη σελίδα αυτή παρουσιάζονται απόψεις που έχουν γίνει κατά καιρούς από την Ομοσπονδία ή από Κυνηγετικούς Συλλόγους μέλη της και αφορούν ευρύτερα κυνηγετικά θέματα. Μπορούν επίσης να παρουσιαστούν απόψεις ιδιωτών σχετικές με το κυνήγι, τα θηράματα ή τους βιοτόπους, αρκεί να εγκριθεί η παρουσίασή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας. Μπορείτε να μας στείλετε τις απόψεις σας, είτε ταχυδρομικά είτε με e-mail, στις διευθύνσεις που αναφέρονται στην αρχική σελίδα.
Η Διαχείριση της Κυνηγετικής Κάρπωσης Ένας από τους ρόλους και συνάμα υποχρέωση των κυνηγών, μέσω των κυνηγετικών οργανώσεων τους, είναι η εισήγηση (ή θέσπιση εκ των ίδιων εκεί όπου η διαχείριση του θηραματικού πλούτου ανήκει στους χρήστες του) για θέσπιση μέτρων που θα ρυθμίζουν την κυνηγετική κάρπωση των θηραμάτων έτσι ώστε αφενός μεν να επιτυγχάνεται η αειφορική τους χρήση και αφετέρου να διευκολύνουν την κυνηγετική δραστηριότητα. Αυτή η βασική αρχή διαχείρισης των θηραμάτων μου ήρθε αμέσως στο νου όταν ξεψαχνίζοντας έναν ετήσιο τόμο αποτελεσμάτων του προγράμματος "Άρτεμις" έπεσα πάνω σε έναν πίνακα με παραμέτρους κυνηγετικής κάρπωσης για την συγκεκριμένη κυνηγετική περίοδο. Ανοίγοντας εδώ μια παρένθεση, θέλω να τονίσω την σπουδαιότητα του εργαλείου που ονομάζεται "Πρόγραμμα Άρτεμις" και το οποίο ξαφνιάζει ακόμη και εμάς " της δουλειάς" με την χρησιμότητα των στοιχείων που αντλεί μέσα από τα ερωτηματολόγια. Κλείνοντας την παρένθεση κάνω παράκληση σε όλους τους συνάδελφους κυνηγούς να συμπληρώνουν το ερωτηματολόγιο του προγράμματος δίνοντας έτσι αφάνταστες υπηρεσίες στο κυνήγι. Σε αυτόν τον πίνακα με τις παραμέτρους της κυνηγετικής κάρπωσης αυτό που μου προξένησε περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν ο ποσοστιαίος δείκτης κάρπωσης ανά θήραμα και οι μεγάλες διαφορές αυτού του δείκτη από θήραμα σε θήραμα. Ποσοστιαίος δείκτης κάρπωσης είναι το ποσοστό των θηραμάτων που καρπώνεται ένας κυνηγός ανά κυνηγετική ημέρα από το σύνολο των παρατηρηθέντων θηραμάτων. Δηλ. πόσα θηράματα θήρευσε ο κυνηγός από αυτά που είδε ή σήκωσε σε μία κυνηγετική έξοδο. Ενδεικτικά αναφέρω το δείκτη κάρπωσης για ορισμένα θηράματα από 9 κυνηγετικές περιόδους με εμφάνιση του μέσου όρου αυτού ανά θήραμα.
Οι διαχειριστές της θηραματοπανίδας παίρνοντας υπόψη τους δείκτες κάρπωσης ανά θήραμα, θα πρέπει να λαμβάνουν τα ανάλογα μέτρα για την μείωση της αποτελεσματικότητας του θηρευτή στα είδη που ο δείκτης είναι αυξημένος ή της αύξησης της αποτελεσματικότητας του θηρευτή στα είδη που ο δείκτης είναι ιδιαίτερα χαμηλός, πάντα όμως με γνώμονα την αειφορική χρήση του θηραματικού πλούτου. Ας δούμε όμως τα είδη που παρουσιάζουν τους μεγαλύτερους και μικρότερους δείκτες κάρπωσης, να αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους έχουν αυτές τις τιμές και να προτείνουμε μέτρα για την ορθολογικότερη διαχείριση της κάρπωσης τους. Ξεκινώντας από τα είδη που έχουν τους μεγαλύτερους δείκτες βλέπουμε το ορτύκι να έχει τα πρωτεία με ποσοστό 51,4% και την μπεκάτσα με 42,5 % . Αναμενόμενο και λογικό είναι βέβαια το ορτύκι να έχει μεγάλο δείκτη κάρπωσης γιατί και εύκολο θήραμα είναι στην βολή αλλά και σε ανοικτούς κυνηγότοπους κυνηγιέται που συμβάλουν στην επιτυχία της βολής. Παρόλα αυτά θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να ληφθούν μέτρα για τον περιορισμό της κάρπωσής του γιατί η χώρα μας για το ορτύκι μπορεί να είναι εν μέρει τόπος διαχείμασης αλλά είναι κυρίως μεταναστευτική οδός με αποτέλεσμα ένας μεγάλος όγκος του πληθυσμού των ορτυκιών κατά την μετανάστευση να περνά σε σύντομο χρονικό διάστημα από την χώρα μας χωρίς να δέχεται μεγάλη κυνηγετική πίεση η ακόμη και καθόλου. Εξάλλου οι πληθυσμοί του ορτυκιού πανευρωπαϊκά τα τελευταία χρόνια δείχνουν μια σταθερότητα που αποδεικνύει αν μη τι άλλο ότι η κυνηγετική κάρπωση δεν αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στους πληθυσμούς του παρότι έχει μεγάλο δείκτη κάρπωσης. Σε αντίθεση με το ορτύκι, για την μπεκάτσα η χώρα μας αποτελεί τόπο διαχείμασης που σημαίνει ότι για όλη την χρονική περίοδο που διαχειμάζουν στην χώρα μας οι μπεκάτσες (από τον Οκτώβριο έως και τον Φεβρουάριο) υπόκεινται σε διαρκή κυνηγετική πίεση και μάλιστα έντονη. Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε τον αρκετά υψηλό δείκτη κάρπωσης (42,5%) το μεγάλο όριο κάρπωσης (10 πουλιά ανά κυνηγό την ημέρα), την αυξημένη κυνηγετική ζήτηση για το συγκεκριμένο θήραμα καθώς και το γεγονός ότι ο πληθυσμός της μπεκάτσας πανευρωπαϊκά δείχνει κάποια κάμψη, θεωρώ ότι είναι αναγκαία η λήψη μέτρων που θα ρυθμίζουν την κυνηγετική κάρπωση έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αποφυγή δημιουργίας προβλημάτων στην πληθυσμιακή κατάσταση της μπεκάτσας. Κατ' εμέ τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ρύθμιση της κυνηγετικής κάρπωσης είναι προς δύο κατευθύνσεις :
- Για τον περιορισμό του αριθμού των θηρευμένων πουλιών θα πρέπει φυσικά να μειωθεί η λαθροθηρία στο καρτέρι και ήδη προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται θετικά οι κυνηγετικές οργανώσεις με την ίδρυση και λειτουργία της Ομοσπονδιακής θηροφυλακής και δεύτερον να μειωθεί το επιτρεπόμενο όριο ημερήσιας κάρπωσης. Πιστεύω ότι το όριο των δέκα πουλιών ανα κυνηγό την ημέρα που θεσπίσθηκε πριν κάποιες δεκαετίες δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές συνθήκες τόσο τις κυνηγετικές όσο κυρίως τις πληθυσμιακές της μπεκάτσας. Θεωρώ ότι ένα ημερήσιο όριο κάρπωσης μεταξύ 4 και 5 πουλιών θα προσφέρει προστασία της μπεκάτσας από υπερκάρπωση, όχι στις συνήθεις κυνηγετικές εξορμήσεις, γιατί είναι πολύ δύσκολο κάποιος να καταφέρει να θηρεύσει 10 μπεκάτσες σε κανονικές συνθήκες, αλλά εκεί όπου οι κλιματολογικές συνθήκες (ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές συνθήκες, πάγος κτλ) δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για υπερκάρπωση. Σκεφθείτε ότι σε τέτοιες συνθήκες μια παρέα τριών ατόμων μπορούν να θηρεύσουν νόμιμα σε μία ημέρα 30 μπεκάτσες !!!!! Εξάλλου πιστεύω ότι η μείωση του ορίου κάρπωσης θα δράσει και στην ψυχολογία των κυνηγών τονίζοντας την αίσθηση του πολύτιμου φυσικού πόρου, που είναι η μπεκάτσα. - Τώρα όσον αφορά τα μέτρα που θα πρέπει να παρθούν για την μείωση της αποτελεσματικότητας του θηρευτή αυτά είναι πολλά εκ των οποίων τα περισσότερα κρίνονται ως υπερβολικά στην παρούσα φάση. Θα σταθώ όμως σε ένα το οποίο πιστεύω ότι θα βοηθήσει άμεσα στην μείωση της αποτελεσματικότητας. Την κατάργηση της χρήσης του μπίπερ. Είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι το μπίπερ συντελεί στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του κυνηγού ( γι' αυτό και το χρησιμοποιούν άλλωστε οι κυνηγοί ) άσχετα αν οι υπέρμαχοί του δεν συμφωνούν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο φανατικοί μπεκατσοκυνηγοί της Ευρώπης, οι Γάλλοι που είναι αυτοί και οι οποίοι το ανακάλυψαν, πλέον έχουν απαγορεύσει την χρήση του στο κυνήγι με το αιτιολογικό ότι βοηθά στην σπατάλη της μπεκάτσας.
Ένα ακόμη θήραμα που έχει μεγάλο δείκτη κάρπωσης είναι ο λαγός με 39,7 %. Βέβαια σε αυτό το θήραμα οι συνθήκες κυνηγιού είναι πολύ διαφορετικές από τα ανωτέρω θηράματα. Οι δυνατότητες συνάντησης με τον λαγό για μια παρέα κυνηγών περιορίζεται σε έναν – δύο σπάνια τρεις λαγούς την ημέρα, σε αντίθεση με τα ορτύκια και τις μπεκάτσες όπου οι συναντήσεις μπορεί να ανέλθουν και σε δεκάδες πουλιά ανά ημέρα. Συνήθως οι λαγοκυνηγοί θα ασχοληθούν το πρωί με έναν λαγό τον οποίον αν είναι τυχεροί και τον θηρεύσουν νωρίς και αν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν ακόμη θα προσπαθήσουν να βρουν ντορό και από δεύτερο λαγό. Επομένως ο υψηλός δείκτης κάρπωσης για τον λαγό δεν μας δημιουργεί προβλήματα γιατί αφορά ουσιαστικά σε λίγα άτομα αυτού του θηράματος.
Στον αντίποδα αυτών των θηραμάτων που έχουν υψηλούς δείκτες κάρπωσης είναι τα θηράματα με μικρούς δείκτες (φάσσα με 1,53 % και πάπιες με 3,4 % ) και αυτό παρότι οι πληθυσμοί τους είναι σε αρκετά μεγάλα νούμερα και μάλιστα με ανοδικές τάσεις. Σε αυτά τα θηράματα οι παράγοντες που συντελούν στην μικρή αποτελεσματικότητα των θηρευτών εκτός βέβαια από την βιολογία των ίδιων των θηραμάτων είναι και οι τρόποι και τα μέσα άσκησης της θήρας τους. Επομένως εφόσον αυτά τα θηράματα δεν αντιμετωπίζουν πληθυσμιακό πρόβλημα θα πρέπει να παρθούν μέτρα έτσι ώστε να διευκολύνουμε την κυνηγετική δραστηριότητα. Και ποια είναι αυτά τα μέτρα; Πιστεύω ότι η χρησιμοποίηση τεχνητών ή και φυσικών ομοιωμάτων και φυσητών κραχτών (όχι ηλεκτρονικών) θα αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των θηρευτών και θα κάνει το κυνήγι αυτών των θηραμάτων ακόμη απολαυστικότερο. Άλλωστε ήμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη (αν όχι σε όλο τον κόσμο) στην οποία δεν επιτρέπεται η θήρα των συγκεκριμένων θηραμάτων με αυτόν τον τρόπο. Η χρησιμοποίηση ομοιωμάτων και φυσητών κραχτών φέρνει τα θηράματα σε πιο κοντινές αποστάσεις με αποτέλεσμα την άμεση καταβολή των πουλιών και την αποφυγή άσκοπων μακρινών βολών που αποφέρουν μόνο τραυματισμένα πουλιά τα οποία συνήθως χάνονται για τον κυνηγό. Τα στοιχεία που μας δίνει το πρόγραμμα ΑΡΤΕΜΙΣ (να πάλι η χρησιμότητα του προγράμματος) για τα ποσοστά απολεσθέντων θηραμάτων στο σύνολο των θηρευθέντων είναι αποκαλυπτικά. Οι πάπιες με το μεγαλύτερο ποσοστό 24,6 % και η φάσσα με 15,42 %. Δηλ. ένα στα τέσσερα παπιά και μία στις έξι φάσσες που θηρεύονται στην χώρα μας χάνονται και δεν καταλήγουν ποτέ στην τσάντα του κυνηγού. Εκτός βέβαια από την ιδιορρυθμία του βιοτόπου τους ο οποίος συντελεί στην απώλεια τους, πιστεύω ότι ο κύριος λόγος που χάνονται αυτά τα πουλιά είναι οι μακρινές βολές που επιχειρούν οι απελπισμένοι κυνηγοί στην προσπάθειά τους να καρπωθούν κάποιο από αυτά μιας και είναι σίγουροι ότι δεν θα τα δουν πιο κοντά. Πιστεύω ότι όπως είναι δικαίωμα των κυνηγών να απαιτούν να επιτραπούν τρόποι και μέσα άσκησης της θήρας που θα κάνουν το κυνήγι αποτελεσματικότερο και απολαυστικότερο για τα θηράματα που έχουν μικρό δείκτη κάρπωσης και δεν παρουσιάζουν πληθυσμιακό πρόβλημα , έτσι είναι και υποχρέωση των ίδιων των κυνηγών να προτείνουν ή να θεσπίζουν μέτρα για τον περιορισμό της κάρπωσης των θηραμάτων που αντιμετωπίζουν ή πρόκειται να αντιμετωπίσουν πρόβλημα. Σε αυτούς που θα αντιδράσουν για τους περιορισμούς που προτείνω για την μπεκάτσα θα πρέπει να τους πω ότι εκτός από την ειδικότητα μου και την εργασία μου στην Κυνηγετική Ομοσπονδία Θεσσαλίας, είμαι πορωμένος κυνηγός και τα θηράματα που κυνηγώ είναι η πέρδικα και η μπεκάτσα και ακριβώς επειδή είμαι πωρωμένος με το κυνήγι και θέλω να συνεχίσω να κυνηγώ αυτά τα θηράματα, φροντίζω ώστε να υπάρχουν πάντα έστω και αν θα πρέπει να είμαι εγώ που θα προτείνω μέτρα αυτοπεριορισμού. Φροντίζουμε για να έχουμε, εμείς και τα παιδιά μας !!!!
ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΙΔΑΝΙΚΩΝ ΒΙΟΤΟΠΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Η εντατικοποίηση της γεωργίας τις τελευταίες δεκαετίες για τη μεγιστοποίηση της παραγωγής έχει μετατρέψει τους κάμπους της χώρας μας σε περιοχές άκρως αφιλόξενες για την άγρια ζωή (πανίδα , χλωρίδα, εντομοπανίδα, κλπ) και κυρίως για τα θηράματα για τα οποία και ενδιαφερόμαστε πιο άμεσα. Η καταστροφή των φυσικών φρακτών, των αλσυλλίων, της παραποτάμιας βλάστησης και της βλάστησης στα πρανή των φυσικών ρεμάτων, η μη ύπαρξη χέρσων τμημάτων, οι μονοκαλλιέργειες κτλ, έχουν καταστήσει τις γεωργικές εκτάσεις, βιοτόπους αρκετά υποβαθμισμένους με μικρή δυνατότητα φιλοξενίας και διατήρησης ειδών της άγριας ζωής και φυσικά θηραμάτων. Οι όποιες προσπάθειες των κυνηγετικών οργανώσεων γίνονται για την βελτίωση του βιοτόπου στα γεωργικά οικοσυστήματα, κυρίως με την δημιουργία ειδικών σπορών για τα θηράματα σε ενοικιαζόμενα αγροτικά τεμάχια, αποτελούν σπασμωδικές κινήσεις περιορισμένου μεγέθους με πρόσκαιρο χαρακτήρα και δεν συνεισφέρουν σημαντικά στην δημιουργία μόνιμων συνθηκών που να μπορούν να υποστηρίξουν ικανοποιητικούς πληθυσμούς θηραμάτων στα σημερινά ( εντατικής εκμετάλλευσης ) γεωργικά οικοσυστήματα. Επίσης η έλλειψη κοινόχρηστων εκτάσεων (δημόσιας ή δημοτικής ιδιοκτησίας) στερεί από την πολιτεία και τους ενδιαφερόμενους φορείς ( όπως τις κυνηγετικές οργανώσεις ) την δυνατότητα επέμβασης για την αναβάθμιση σε μόνιμη βάση αυτών των βιοτόπων και την δημιουργία κατάλληλου φυσικού περιβάλλοντος μέσα στις γεωργικές εκτάσεις που να μπορεί να φιλοξενήσει ικανοποιητικούς πληθυσμούς θηραμάτων και γενικότερα ειδών άγριας ζωής. Ο αναδασμός των γεωργικών γαιών, στον οποίο προβαίνει κατ’ ανάγκη σε τακτά χρονικά διαστήματα η πολιτεία λόγω του κατακερματισμού του γεωργικού κλήρου που επέρχεται φυσιολογικά με την πάροδο των ετών, αποτελεί ίσως την καταλληλότερη ευκαιρία δημιουργίας φυσικού περιβάλλοντος στα αγροτικά οικοσυστήματα, επειδή αφενός προϋποθέτει ολοκληρωμένο εκ των προτέρων σχεδιασμό οπότε εγγυάται και την ορθότητα των επεμβάσεων και αφετέρου καθιστά δυνατή την εξεύρεση των εκτάσεων τις οποίες εμείς οι κυνηγοί μέσω των οργανώσεων μας θα διαχειριστούμε με γνώμονα την αύξηση του θηραματικού μας κεφαλαίου. Η μέχρι τώρα πρακτική που εφαρμόστηκε και στο στάδιο του σχεδιασμού αλλά και της εφαρμογής του αναδασμού, δεν λάμβανε υπόψη της ποτέ τις ανάγκες διαβίωσης της άγριας ζωής, ώστε να προβλεφθούν ανάλογα μέτρα. Αποτέλεσμα αυτής ης πολιτικής ήταν τα αγροτικά οικοσυστήματα να αποτελούν πραγματικά «σεληνιακά τοπία» εντελώς ακατάλληλα για κάθε είδους άλλη ζωή εκτός από αυτή των αγροτικών φυτών. Στον σχεδιασμό του αναδασμού σε μια περιοχή το κράτος δεσμεύει ένα ποσοστό της τάξεως 5-7 % της συνολικής αναδασμιτέας έκτασης για έργα υποδομής όπως δρόμους, αποστραγγιστικές και αρδευτικές τάφρους κτλ. ποτέ όμως μέχρι τώρα δεν περιλάμβανε στον σχεδιασμό και μέριμνα για την άγρια ζωή. Η δημιουργία "περιοχών φυσικού περιβάλλοντος" ( φυσικοί φράχτες, αλσύλλια και χέρσες περιοχές ) μέσα στα γεωργικά οικοσυστήματα που δημιουργούνται από τον αναδασμό θα προσφέρουν στην άγρια ζωή τις προϋποθέσεις εκείνες που χρειάζεται για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Για να επιτευχθεί η δημιουργία αυτών των περιοχών θα πρέπει στον σχεδιασμό του αναδασμού να προβλέπεται βάση νόμου ένα ποσοστό της συνολικής αναδασμιτέας έκτασης πχ 2 % να διατίθεται για τον σκοπό αυτό. Ανάλογα με την χρήση της γης ( και η οποία δεν θα αλλοιώνεται ) αυτές οι περιοχές μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξής :
Έτσι με τον ορισμό του 2% της συνολικής αναδασμιτέας έκτασης ως "έκταση φυσικού περιβάλλοντος (Ε.Φ.Π.)" θα έχουμε 20 στρεμ ΕΦΠ για κάθε 1.000 στρέμματα γεωργικής έκτασης, εκ των οποίων, 7 στρεμ. (35%) για χέρσες περιοχές, 7 στρεμ.(35%) για αλσύλλια. και 6 στεμ. ( 30%) για φυτοφράχτες που πρακτικά σημαίνει ότι θα έχουμε 3.000 τρέχοντα μέτρα φυτοφράχτη και τα αγροτεμάχια που θα χωρίζονται από φυτοφράχτες θα έχουν έκταση κατά μέσο όρο 67 στρέμματα. Σε μια έκταση 10.000 στρεμ όπου θα λάβει μέρος αναδασμός θα έχουμε 200 στρεμ "έκταση φυσικού περιβάλλοντος (Ε.Φ.Π.) " από τα οποία τα 60 στρεμ (30.000 τρέχοντα μέτρα) φυσικού φράχτη, 70 στρεμ χέρσων περιοχών και 70 στρεμ με αλσύλλια. Δηλαδή έναν ιδανικό βιότοπο για πολλά είδη της άγριας ζωής και κυρίως της θηραματοπανίδας. Τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου σχεδιασμού είναι πολλαπλά όπως :
Παράλληλα το ποσοστό ( 2% ) της αναδασμιτέας έκτασης που προτείνεται να διατεθεί για την δημιουργία περιοχών φυσικού περιβάλλοντος μέσα στα αγροτικά οικοσυστήματα είναι πολύ μικρό και η οριοθέτησή τους μέσα στην αναδασμιτέα έκταση είναι τέτοια που δεν θα παρεμποδίσουν την μηχανοποιημένη παραγωγή ( κατεργασία αγρών, λίπανση, σπορά, άρδευση, συγκομιδή κτλ ) και δεν θα μειώσουν το αγροτικό εισόδημα το οποίο αντιθέτως θα αυξηθεί από την εφαρμογή του αναδασμού και την ποικιλότροπη ευεργετική επίδραση των περιοχών αυτών στην γεωργική παραγωγή. Τα ευεργετήματα όμως της συγκεκριμένης ενέργειας για το φυσικό περιβάλλον , την άγρια ζωή αλλά και για τον άνθρωπο, θα είναι τεράστια και για τον λόγο αυτό η Ελληνική πολιτεία θα πρέπει να το δεί με ιδιαίτερη ευαισθησία και ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενεές, πόσο μάλιστα που η πολιτική του περιβάλλοντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει και η γεωργία οδεύει σταδιακά σε πρακτικές φιλικότερες προς το περιβάλλον.
Ποιότητα ΘήραςΌταν πριν από αρκετά χρόνια ο άνθρωπος άφησε την ζωή στην ύπαιθρο και τα χωριά και η αστυφιλία τον οδήγησε στα μεγάλα αστικά κέντρα, επήλθε παράλληλη εντατικοποίηση του τρόπου εργασίας και ζωής, με αποτέλεσμα την ραγδαία επιδείνωση του τρόπου ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων στην χώρα μας αλλά και παγκοσμίως. Από τότε ο όρος ποιότητα ζωής έχει μπει για τα καλά στην ζωή μας και έχει γίνει στόχος τόσο ατομικός όσο και συλλογικός η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων. Κάτι ανάλογο βλέπουμε πλέον να εισέρχεται και στον τομέα της θήρας. Όταν πριν από μερικές δεκαετίες τα θηράματα αφθονούσαν, το φυσικό περιβάλλον δεν είχε ακόμη υποστεί σοβαρή υποβάθμιση και δεν υπήρχε έντονος συνωστισμός στους κυνηγότοπους τότε κανείς κυνηγός δεν μιλούσε για την ποιότητα της θήρας. Δυστυχώς όμως τα τελευταία χρόνια καθώς και τα επόμενα χρόνια, ολοένα και περισσότερο θα μας απασχολεί ο όρος «ποιότητα θήρας». Είναι αρκετά δύσκολο να ορίσουμε επακριβώς τον όρο «ποιότητα θήρας» γιατί είναι υποκειμενικό το πώς αισθάνεται ο κάθε κυνηγός την ποιότητα στην κυνηγετική του ζωή. Είναι όμως εύκολο να πιστοποιήσουμε και να διερευνήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα της θήρας. Οι παράγοντες που επέδρασαν αρνητικά και υποβάθμισαν την ποιότητα θήρας σήμερα είναι: 1. Η μείωση των θηραμάτων Η μείωση του πληθυσμού ορισμένων θηραμάτων από την προηγούμενη τριαντακονταετία που προήλθε είτε από τη πραγματική μείωση του πληθυσμού τους είτε από την μείωση του πληθυσμού των θηραμάτων που επισκέπτονται τελικά την χώρα μας όσον αφορά τα αποδημητικά πτηνά, είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που υποβάθμισε την ποιότητα της θήρας στις μέρες μας. Είναι σαφές ότι όταν οι περισσότερες κυνηγετικές έξοδοι ενός κυνηγού είναι αποτυχημένες με την έννοια της μη συνάντησης με το θήραμα κατά πρώτο και κύριο λόγο και κατά δεύτερο με την έννοια της κάρπωσης, τότε η ικανοποίηση του κυνηγού από την έξοδό του είναι μειωμένη ως και αρνητική. Σε αντίθετη περίπτωση όταν οι εξορμήσεις είναι επιτυχημένες με εμφάνιση θηράματος ή θηραμάτων, άσχετα αν καταφέρει τελικά ο κυνηγός να καρπωθεί κάποιο-α από αυτά, τότε η ικανοποίησή του είναι δεδομένη και αυξημένη από την δραστηριότητα της θήρας. Στο πιλοτικό πρόγραμμα θηραματικής διαχείρισης που εφαρμόσαμε σαν Κυνηγετική Ομοσπονδία Θεσσαλίας στο Κακοπλεύρι Καλαμπάκας, είδαμε ξεκάθαρα πως τα διάφορα διαχειριστικά μέτρα ( βελτίωση βιοτόπων, έλεγχος αρπάγων, φύλαξη κτλ ) που λάβαμε για την αύξηση των θηραμάτων (λαγού-πέρδικας) επέδρασαν θετικά τόσο στους πληθυσμούς των θηραμάτων όσο και στων επιτυχόντων κυνηγετικών εξόδων των κυνηγών που επισκέφθηκαν την περιοχή, όσο αφορά την εμφάνιση θηράματος όπως φαίνεται και στα παρακάτω γραφήματα : ΓΡΑΦΗΜΑ 1. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΣΟΣΤΙΑΙΑ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΥΧΩΝ ΚΑΙ ΑΝΕΠΙΤΥΧΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΣΤΟΝ ΛΑΓΟ ΓΡΑΦΗΜΑ 2. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΣΟΣΤΙΑΙΑ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΥΧΩΝ ΚΑΙ ΑΝΕΠΙΤΥΧΩΝ ΕΞΌΔΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΔΙΚΑ Βλέπουμε λοιπόν ότι το ποσοστό των επιτυχόντων εξόδων (με βάση πάντα την εμφάνιση θηράματος) στην περιοχή, ξεκίνησε την πρώτη χρονιά με 40% για τον λαγό και 36% για την πέρδικα και έφτασε την τρίτη χρονιά στα απίστευτα ποσοστά του 85% και 86% αντίστοιχα. Την τέταρτη χρονιά είχαμε μία μικρή πτώση που οφειλόταν στις αντίξοες καιρικές συνθήκες για την θήρα που επικράτησαν την χρονιά εκείνη. Όταν το 85% των κυνηγετικών εξόδων σε λαγό και πέρδικα σε μία περιοχή έχουν εμφάνιση θηράματος, τότε σίγουρα μπορούμε να μιλάμε για αναβαθμισμένη ποιότητα θήρας. 2. Υποβάθμιση του Φυσικού Περιβάλλοντος Η σημαντική υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και κατά επέκταση των βιοτόπων-κυνηγότοπων που έχει επέλθει της τελευταίες δεκαετίες, έχει επιφέρει και υποβάθμιση της ποιότητας της θήρας είτε άμεσα είτε έμμεσα. Οι καταπατήσεις και αποξηράνσεις των υδροβιοτόπων ή εκχέρσωση και καύση των ρουμανιών και δασών, η ανεξέλεγκτη ρύπανση με χημικά και σκουπίδια της υπαίθρου και όλα τα δεινά που έχει υποστεί το φυσικό περιβάλλον τα τελευταία χρόνια, έχουν επιφέρει μια σαφή υποβάθμιση της ποιότητας της θήρας έμμεσα με την μείωση των θηραματικών πληθυσμών και άμεσα με την δυσφορία που νοιώθει ο κυνηγός περπατώντας σε βρώμικο, κατεστραμμένο και υποβαθμισμένο φυσικό περιβάλλον. Γιατί ο κυνηγός εκτός από την επαφή με το θήραμα και τυχόν κάρπωσή του, ευφραίνεται το ίδιο (αν όχι περισσότερο) και με την ομορφιά του τοπίου – κυνηγότοπου. 3. Ο συνωστισμός των κυνηγών στους κυνηγότοπους. Η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος που συνεπάγεται την μείωση των κυνηγότοπων σε συνδυασμό με τους ολοένα και αυξανόμενους χωροταξικούς περιορισμούς στην άσκηση θήρας με τις διάφορες απαγορεύσεις (RAMSAR – S.P.A., Οικολογικά πάρκα, περιοχές οικοανάπτυξης, καταφύγια άγριας ζωής κτλ) καθώς και την αυξανόμενη τάση των ανθρώπων για απόδραση στη φύση με αφορμή το κυνήγι, η ανάπτυξη των μέσων μετακίνησης (αυτοκίνητα) και η διάνοιξη πυκνού δασικού οδικού δικτύου που δίνουν την δυνατότητα της εύκολης μετακίνησης και πρόσβασης στους κυνηγότοπους της χώρας, έχει επιφέρει έναν σοβαρό συνωστισμό των κυνηγών στους κυνηγότοπους. Και παρότι της αρχές της δεκαετίας του 80 οι κυνηγετικές άδειες που εκδίδονταν πανελληνίως ήταν 100.000 περίπου περισσότερες από ότι σήμερα (350.000 το 1983 έναντι 250.000 σήμερα) ο συνωστισμός των κυνηγών τότε ήταν σπάνιος. Έτσι η εύκολη επιλογή κυνηγότοπου με λιγότερους κυνηγούς τότε εξασφάλιζε μία άριστη «ποιότητα θήρας» σε αντίθεση σήμερα που για όλους της ανωτέρω λόγους που προκαλούν έντονο συνωστισμό και σε συνδυασμό με την έλλειψη κυνηγετικής παιδείας στους περισσότερους κυνηγούς, έχει επιφέρει μία σαφή υποβάθμιση της «ποιότητας θήρας». Για παράδειγμα όταν κάποιος κυνηγός κάθεται 20 μ. από το δικό σου καρτέρι, είτε από έλλειψη ελεύθερου χώρου για κυνήγι είτε από έλλειψη παιδείας, ο εκνευρισμός που σου δημιουργείται, άσχετα από την κάρπωση που θα επιτύχεις τελικά, σαφέστατα σου δημιουργεί μία υποβαθμισμένη «ποιοτικά» κυνηγετική έξοδο. 4. Η αύξηση των αρπάγων Η απαγόρευση των καταπολέμησης των «επιβλαβών» όπως ονομάζονταν παλιά ή «άρπαγες» όπως ονομάζονται τώρα καθώς και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την θήρα αυτών των θηραμάτων, έχει επιφέρει μία σαφή αύξηση των πληθυσμών τους με αποτέλεσμα να επιδρούν άμεσα και έμμεσα στην υποβάθμιση της «ποιότητας της θήρας». Έμμεσα επιδρούν με την μείωση των θηραματικών πληθυσμών που επιθυμούν για θήρα οι κυνηγοί με όλα τα παρελκόμενα που είπαμε παραπάνω για την υποβάθμιση της «ποιότητας θήρας» Άμεσα, οι άρπαγες, κυρίως η αλεπού και σε μικρότερο βαθμό το κουνάβι, είναι υπεύθυνοι για την αποτυχημένη εξόρμηση πάμπολλων λαγοκυνηγών που είχαν την ατυχία τα λαγόσκυλά τους να «πάρουν» αλεπού στα κυνήγια τους. Είναι πολλές οι περιοχές οι οποίες έχουν γίνει ακατάλληλες για λαγοκυνήγι (παρότι υπάρχουν ικανοποιητικοί πληθυσμοί λαγών), λόγω της έντονης παρουσίας της κυρά Μάρως. Και βέβαια, δεν μπορούμε να μιλάμε για «ποιότητα θήρας» όταν καταστρέφεται το λαγοκυνήγι σου λόγω της αλεπούς. Το ίδιο συμβαίνει και με την αύξηση του ζαρκαδιού που ναι μεν είναι ένα ευγενές (και ελπίζω σύντομα) θήραμα αλλά δημιουργεί τα ίδια προβλήματα στους λαγοκυνηγούς. Όλοι αυτοί οι παράγοντες αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους συνέβαλλαν και συμβάλλουν στην υποβάθμιση της «ποιότητας θήρας», δημιουργώντας ένα δυσμενές περιβάλλον για την ανάπτυξη της δραστηριότητας της θήρας. Υποχρέωση της πολιτείας κατά κύριο λόγο αλλά και των κυνηγετικών οργανώσεων επικουρικά, είναι η θεσμοθέτηση και λήψη εκείνων των μέτρων ( βελτίωση βοσκοτόπων, έλεγχος των αρπάγων, εξασφάλιση εδαφικής επάρκειας κυνηγότοπων, δημιουργία κυνηγετικής παιδείας στους κυνηγούς κλπ), που θα περιορίσουν ή θα εξαλείψουν τους ανωτέρω παράγοντες έτσι ώστε να παραδώσουν στους κυνηγούς της χώρας την δραστηριότητα της θήρας με αυξημένη «ποιότητα».
Αναδιοργάνωση του τρόπου έκδοσης αδειών θήρας.Αγαπητοί συνάδελφοι, τα προβλήματα του χώρου μας συνεχώς αυξάνονται, όπως και οι απαιτήσεις των καιρών. Για να μπορέσουν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις να ανταπεξέλθουν, χρειάζονται χρήματα.Με τις συνεχείς αυξήσεις της τιμής της άδειας κυνηγιού καθώς και με τις έκτακτες εισφορές, το πρόβλημα δεν λύνεται. Επίσης η κατοικία των κυνηγών [επομένως και η έκδοση της άδειας θήρας] στα μεγάλα αστικά κέντρα, αποδυναμώνουν τους μικρούς Κυνηγετικούς Συλλόγους της επαρχίας, που κατά κύριο λόγο έχουν τις μεγαλύτερες κυνηγετικές περιφέρειες και δέχονται και την μεγαλύτερη κυνηγετική πίεση. Η ανισότητα αυτή δημιουργεί το φαινόμενο του τοπικισμού που δυστυχώς γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, η Ζ' Κυνηγετική Ομοσπονδία Θεσσαλίας προτείνει μια ριζοσπαστική λύση : Την κατάργηση της Γενικής άδειας κυνηγιού, με την παράλληλη έκδοση κυνηγόσημων υπό μορφή χαρτοσήμου για κάθε Περιφέρεια με το ανάλογο ποσό. Ως εκ τούτου, κάθε κυνηγός που θέλει να κυνηγήσει σε άλλη Περιφέρεια εκτός της δικής του, θα αγοράζει το κυνηγόσημο που αντιστοιχεί στην ανάλογη Περιφέρεια, το οποίο θα επικολάτται πάνω στην άδεια κυνηγιού. Τα δε χρήματα θα αποδίδονται στην Κυνηγετική Ομοσπονδία της Περιφέρειας και θα χρησιμοποιούνται εξ' ολοκλήρου και αποκλειστικά για φιλοθηραματικούς σκοπούς, από τους Κυνηγετικούς Συλλόγους της Περιφέρειάς της. Έτσι τα χρήματα των κυνηγών θα καταλήγουν εκεί ακριβώς που χρειάζονται, δηλαδή στους κυνηγότοπους που δέχονται τη μεγαλύτερη κυνηγετική πίεση. Να δώσουμε ένα παράδειγμα : Αν το κυνηγόσημο για τη Θεσσαλία κοστίζει 5.000 δρχ. και υπολογίσουμε οτι θα επισκεφθούν για κυνήγι την περιοχή το 1/3 της μόνιμης δύναμης κυνηγών της Ομοσπονδίας [δηλαδή 1/3 των 18.000 κυνηγών = 6.000 κυνηγοί], τότε έχουμε ένα ποσό 30.000.000 δρχ. κάθε έτος. Για σκεφθείτε πόσα στρέμματα μπορούν να σπαρθούν, πόσες ποτίστρες μπορούν να κατασκευασθούν και πόσοι Θηροφύλακες μπορούν να προσληφθούν για την προστασία και ανάπτυξη του θηραματικού πλούτου, με αυτά τα χρήματα. Τα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου συστήματος είναι :
Το μοναδικό μειονέκτημα είναι η οικονομική επιβάρυνση κυρίως των κυνηγών του κέντρου. όπως και αυτών που επιμένουν να κυνηγούν σε όλη την Ελλάδα μόνο με την επιβάρυνση των 4.000 δρχ. επιπλέον από την περιφερειακή άδεια. Αλλά αγαπητοί συνάδελφοι, αν υπολογίσουμε τα έξοδα [βενζίνες, φαγητό, ξενοδοχεία, κλπ] για μια και μόνο κυνηγετική εξόρμηση σε άλλη περιφέρεια εκτός της δικής μας, τότε το ποσό της επιβάρυνσης του κυνηγόσημου είναι ελάχιστο. Πόσο μάλλον που το συγκεκριμένο ποσό θα χρησιμοποιηθεί για να βρίσκουμε περισσότερο θήραμα στον τόπο που θα κυνηγήσουμε!
Κοινωνική προβολή του κυνηγιού.Ένα από τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι η άσχημη εικόνα του κυνηγού και η μη αποδοχή της θήρας από το κοινωνικό σύνολο. Για να ανατραπεί η εικόνα αυτή, θα πρέπει να γίνει μια συστηματική πανελλήνια καμπάνια στα Μ.Μ.Ε. από κάποιους ειδικούς στον τομέα αυτό. Προτείνουμε λοιπόν για την κοινωνική προβολή του κυνηγιού, να θεσμοθετηθεί η εισφορά ενός ευρώ [1€] ανά κυνηγό κάθε χρόνο για τον συγκεκριμένο σκοπό. Με αυτά τα χρήματα [250.000€, 85 εκατ. δρχ. περίπου] θα ανατεθεί το δύσκολο έργο της αλλαγής της κοινής γνώμης σε μια από τις μεγάλες διαφημιστικές εταιρίες, η οποία με τους ειδικούς επιστήμονές της, θα αποκαταστήσει τον κυνηγό μέσα στην κοινωνία. Άλλωστε το έργο το οποίο προσφέρουμε στη φύση θα πρέπει κάποια στιγμή να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό και όχι να το γνωρίζουμε μόνο εμείς.
Πρόταση αλλαγής του Νόμου που αφορά τις ποινές για λαθροθηρία.Το υπάρχον σύστημα ποινών των λαθροθήρων [δίκες, δικαστήρια, κλπ] είναι αργό, δυσκίνητο και με πολλές δυνατότητες αποφυγής της ποινής, με αποτέλεσμα οι λαθροθήρες να παραμένουν ουσιαστικά ατιμώρητοι. Προτείνουμε την αλλαγή του υπάρχοντος συστήματος και αντικατάστασή του με κάποιο άλλο, παρόμοιο του Κ.Ο.Κ. Αυτό σημαίνει οτι οι θηροφύλακες, με τη βεβαίωση της παράβασης θήρας, θα κόβουν χρηματικό πρόστιμο [αρκετά τσουχτερό] στον παραβάτη, το οποίο θα πληρώνεται σε κάποιο δημόσιο ταμείο με τις γνωστές επιπτώσεις σε περίπτωση μη καταβολής. Τα χρήματα τα οποία θα προέρχονται από τις κλήσεις των δημοσίων θηροφυλάκων θα πηγαίνουν στο κράτος, ενώ τα χρήματα που θα προέρχονται από τους θηροφύλακες των Κυνηγετικών Οργανώσεων θα καταβάλλονται το 75% στην Κυνηγετική Ομοσπονδία που ανήκει ο θηροφύλακας και το 25% στο κράτος. Τα δε πρόστιμα να είναι αρκετά μεγάλα, όπως π.χ. για θήρευση μη επιτρεπόμενου θηράματος 150.000δρχ. Αν συλληφθεί πάλι ο ίδιος για δεύτερη φορά, το πρόστιμο να τριπλασιάζεται και την τρίτη φορά να αφαιρείται η άδεια θήρας για 2, 3 ή και 5 έτη. Σίγουρα υπάρχουν τεχνοκράτες που μπορούν να επεξεργαστούν αυτό το σχέδιο και να το τελειοποιήσουν. Με αυτό το σύστημα τα πλεονεκτήματα για τις Κυνηγετικές Οργανώσεις είναι :
Για το κράτος τα πλεονεκτήματα είναι :
Επικουρικά μπορούμε να προτείνουμε την καταβολή του 10% του προστίμου στο θηροφύλακα που βεβαιώνει την παράβαση, ως πριμ παραγωγικότητας.
Η πολύπλευρη προσφορά του δάσους.Το δάσος και η πολύπλευρη προσφορά του στον άνθρωπο είναι ένα γεγονός αναμφισβήτητο και η προστασία του είναι ένα θέμα πάντα επίκαιρο, πολύ περισσότερο όμως την εποχή του καλοκαιριού με αφορμή τις δασικές πυρκαγιές και τις τεράστιες καταστροφές που συντελούνται. Η προσφορά του δάσους είναι πολυσχιδής και πολυσήμαντη. Αποτελεί πραγματικό πνεύμονα παροχής οξυγόνου στην ατμόσφαιρα ενώ ταυτόχρονα κατακρατεί τόνους σκόνης αλλά και επικίνδυνα αέρια όπως CO2 , SO2 που μολύνουν το περιβάλλον. Με τη δράση των μικροοργανισμών που ζουν στο δάσος συντελείται η αποσύνθεση της φυτικής βιομάζας που εναποτίθεται στο έδαφος (φύλλα, κλαδιά) και ο εμπλουτισμός του με οργανική ουσία. Το γεγονός αυτό κάνει το έδαφος πιο διαπερατό και σε συγκερασμό με την υπόγεια διακλάδωση του ριζικού συστήματος των δέντρων καθώς και με τις στοές των εντόμων και των ζώων, δίνεται η δυνατότητα συγκράτησης στο δασικό έδαφος τεράστιων ποσοτήτων νερού, με αποτέλεσμα να αποφεύγονται πλημμυρικές καταστροφές σε κατοικημένες περιοχές, ενώ παράλληλα να εμπλουτίζονται οι υπόγειες λεκάνες νερού και να διατηρείται σταθερή η στάθμη των λιμνών και η παροχή των ποταμών. Το δάσος παρέχει την ξυλεία η οποία είναι απαραίτητη σε πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες με πολλαπλές μορφές, ενώ όλες οι εργασίες για την απολαβή της ως τη μεταφορά της στο τελικό στάδιο επεξεργασίας προσφέρουν εισόδημα στους κατοίκους παραδασόβιων περιοχών. Επίσης η άσκηση της ορεινής κτηνοτροφίας είναι ένα επιπλέον έσοδο που προσφέρει η ύπαρξη του δάσους στον άνθρωπο. Το δάσος προσφέρει τροφή, νερό, κάλυψη και χώρους για φωλεοποίηση σε χιλιάδες είδη πανίδας, των οποίων η επιβίωση χωρίς την παρουσία του θα ήταν πολύ δύσκολη ως και αδύνατη. Η απαράμιλη ομορφιά και η αισθητική του δασικού πλούτου προσφέρει σπουδαία αναψυχή. Η ηρεμία και η γαλήνη που επικρατεί στο εσωτερικό του καθώς και η αρμονία των ήχων, των μορφών και των χρωμάτων προσφέρουν μια κατάσταση σπάνιας ομορφιάς που ηρεμεί και τέρπει τον επισκέπτη. Παράλληλα οι διάφορες δραστηριότητες που συντελούνται σ' αυτό όπως κυνήγι, ψάρεμα, περίπατος, παρατήρηση συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην έλξη του ανθρώπου προς τη φύση και την αναζήτηση νέων μορφών αναψυχής. Από την απλή αναφορά μέρους της ανεξάντλητης προσφοράς του δάσους αντιλαμβανόμαστε όλοι τη σπουδαία σημασία του αλλά παράλληλα και την επιτακτική ανάγκη προστασίας του. Δυστυχώς στη χώρα μας το ποσοστό δασοκάλυψης είναι μόλις 18%. Οι αιτίες είναι διάφορες (εκχερσώσεις, ληστρικές υλοτομίες, αλόγιστη υπερβόσκηση) αλλά μια από τις πιο σημαντικές και η πιο επίκαιρη την καλοκαιρινή περίοδο είναι οι πυρκαγιές. Οι δασικές πυρκαγιές από όποια αιτία κι αν προκαλούνται, εάν βρουν κατάλληλες συνθήκες μπορούν να καταστρέψουν τεράστιες εκτάσεις σε μικρό χρονικό διάστημα. Είναι προφανές ότι για να γίνει πλήρης αποκατάσταση μιας τέτοιας καταστροφής μπορεί να απαιτηθούν δεκάδες χρόνια και οι επιπτώσεις είναι τεράστιες. Ειδικά για τους κυνηγούς που η δραστηριότητά τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ύπαρξη θηραμάτων άγριας πανίδας, η καταστροφή του δάσους είναι ένα επιπλέον πλήγμα. Μετά από πυρκαγιά εκτός από την άμεση θανάτωση πολλών θηραμάτων, η καταστροφή των βιοτόπων και η δυσκολία εύρεσης τροφής δυσκολεύουν την επιβίωσή τους και αναγκάζονται να μεταναστεύουν, όταν είναι δυνατόν, σε άλλες περιοχές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η πανίδα στην περιοχή της καταστροφής να ελαττωθεί σημαντικά, έως ότου οι φυσικοί μηχανισμοί επαναφέρουν την αποκατάσταση της ισορροπίας. Είναι καθήκον όλων και ιδιαίτερα των μελών της κυνηγετικής οικογένειας που δραστηριοποιούνται στη φύση να προστατέψουν το δάσος. Απαιτείται ατομική ευσυνειδησία αλλά και ομαδική προσπάθεια για την πρόληψη και την καταστολή οποιασδήποτε καταστροφικής δραστηριότητας τείνει να συντελεστεί σε αυτό. Η προστασία του δάσους και κατ' επέκταση του φυσικού περιβάλλοντος καθίσταται επιτακτική ανάγκη όχι μόνο για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ανθρώπου αλλά και για την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου.
|
Επικοινωνήστε μαζί μας στο
komthes@otenet.gr για οποιεσδήποτε παρατηρήσεις.
|